Οι αγορές χρυσών λιρών από την Τράπεζα της Ελλάδος κατέγραψαν το δεύτερο τρίμηνο του 2026 το χαμηλότερο επίπεδο των τελευταίων 24 ετών, επιβεβαιώνοντας τη σημαντική μεταβολή που σημειώνεται στη συμπεριφορά των επενδυτών απέναντι στο παραδοσιακό ασφαλές καταφύγιο.
Σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία, μόλις 714 χρυσές λίρες αγοράστηκαν από ιδιώτες κατά τη διάρκεια του δεύτερου τριμήνου, αριθμός που αποτελεί ιστορικό χαμηλό από τις αρχές της δεκαετίας του 2000. Αντίθετα, οι πωλήσεις χρυσών λιρών προς την Τράπεζα της Ελλάδος ανήλθαν στις 6.772, γεγονός που καταδεικνύει ότι περισσότεροι επενδυτές επέλεξαν να ρευστοποιήσουν τις τοποθετήσεις τους.
Η ίδια εικόνα αποτυπώνεται και στο σύνολο του πρώτου εξαμήνου του 2026. Οι αγορές περιορίστηκαν σε μόλις 2.095 λίρες, ενώ οι πωλήσεις έφτασαν τις 13.950, ενισχύοντας την τάση καθαρής εκροής κεφαλαίων από την αγορά χρυσής λίρας.
Η εξέλιξη αυτή συνδέεται κυρίως με τη διόρθωση που ακολούθησε μετά τα ιστορικά υψηλά της τιμής του χρυσού στο πρώτο τρίμηνο του έτους. Παράλληλα, η ενίσχυση του αμερικανικού δολαρίου και η άνοδος των αποδόσεων των αμερικανικών κρατικών ομολόγων αύξησαν την ελκυστικότητα εναλλακτικών επενδυτικών επιλογών, περιορίζοντας το ενδιαφέρον για τον χρυσό, ο οποίος δεν προσφέρει τακτικές αποδόσεις.
Ανασταλτικό παράγοντα για τους μικροεπενδυτές αποτέλεσε και η σημαντική διαφορά μεταξύ της τιμής αγοράς και της τιμής πώλησης των χρυσών λιρών. Η Τράπεζα της Ελλάδος αγοράζει τις λίρες περίπου στα 811 ευρώ, ενώ τις διαθέτει κοντά στα 950 ευρώ, δημιουργώντας ένα υψηλό κόστος εισόδου που λειτουργεί αποτρεπτικά για νέες τοποθετήσεις.
Παρά τη βραχυπρόθεσμη επιβράδυνση της αγοράς, αρκετοί αναλυτές εξακολουθούν να θεωρούν ότι οι μακροπρόθεσμες προοπτικές του χρυσού παραμένουν θετικές. Το υψηλό δημόσιο χρέος διεθνώς, οι γεωπολιτικές εντάσεις και οι συνεχείς αγορές χρυσού από τις κεντρικές τράπεζες εξακολουθούν να αποτελούν βασικούς παράγοντες στήριξης.
Ενδεικτική είναι και η ετήσια έρευνα του World Gold Council για το 2026, σύμφωνα με την οποία το 74% των κεντρικών τραπεζών εκτιμά ότι η συμμετοχή του χρυσού στα διεθνή συναλλαγματικά αποθέματα θα αυξηθεί μέσα στην επόμενη πενταετία, καθώς αναμένεται σταδιακή μείωση της εξάρτησης από το αμερικανικό δολάριο.
Ωστόσο, οι βραχυπρόθεσμες προοπτικές εξακολουθούν να εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από τις αποφάσεις της Federal Reserve, την πορεία του πληθωρισμού και την εξέλιξη των πραγματικών επιτοκίων στις Ηνωμένες Πολιτείες. Ενδεχόμενη περαιτέρω άνοδος των αποδόσεων ή ενίσχυση του δολαρίου θα μπορούσε να διατηρήσει τις πιέσεις στην τιμή του πολύτιμου μετάλλου.
Στο πλαίσιο αυτό, μεγάλοι διεθνείς επενδυτικοί οίκοι, όπως η Deutsche Bank και η Goldman Sachs, έχουν αναθεωρήσει τις εκτιμήσεις τους για την πορεία του χρυσού έως το τέλος του 2026, τοποθετώντας την τιμή του μεταξύ 4.300 και 4.900 δολαρίων ανά ουγκιά. Οι νέες προβλέψεις παραμένουν αισιόδοξες, αλλά αποτυπώνουν μια πιο συγκρατημένη προσέγγιση σε σχέση με τις ιδιαίτερα υψηλές προσδοκίες που είχαν διαμορφωθεί στις αρχές του έτους.
Η αγορά του χρυσού φαίνεται πλέον να βρίσκεται σε φάση αναπροσαρμογής, με τους επενδυτές να σταθμίζουν τις βραχυπρόθεσμες πιέσεις απέναντι στα διαχρονικά χαρακτηριστικά του πολύτιμου μετάλλου ως μέσου προστασίας απέναντι στην αβεβαιότητα.