Η νέα προειδοποίηση της Bank of America έρχεται να ταράξει την εύθραυστη ισορροπία που είχε αρχίσει να διαμορφώνεται στις αγορές το τελευταίο διάστημα, επαναφέροντας στο προσκήνιο τον φόβο ενός νέου κύματος ακρίβειας. Σύμφωνα με την ανάλυση του αμερικανικού οίκου, ο πληθωρισμός δεν αποκλιμακώνεται με τη δυναμική που αναμενόταν, αλλά αντίθετα ενδέχεται να επιταχυνθεί εκ νέου, προσεγγίζοντας το 4% σε ετήσια βάση ήδη μέσα στο τρέχον τρίμηνο.
Η βασική αιτία αυτής της εξέλιξης εντοπίζεται στο νέο ενεργειακό σοκ, το οποίο δεν περιορίζεται μόνο στις τιμές του πετρελαίου και του φυσικού αερίου, αλλά διαχέεται ταχύτατα σε ολόκληρη την οικονομία. Από την παραγωγή και τη βιομηχανία μέχρι τις μεταφορές και τα τρόφιμα, η αύξηση του ενεργειακού κόστους ενισχύει τις πληθωριστικές πιέσεις με τρόπο πιο έντονο και πιο διαρκή από ό,τι είχε αρχικά εκτιμηθεί.
Η Bank of America εκτιμά ότι το πετρέλαιο τύπου Brent θα κινηθεί κοντά στα 100 δολάρια το βαρέλι για το υπόλοιπο του 2026, με μέση τιμή περίπου 92,5 δολάρια. Αυτό το επίπεδο τιμών θεωρείται αρκετό για να πυροδοτήσει μια νέα φάση ανατιμήσεων, αναγκάζοντας τις αγορές να επαναξιολογήσουν τον κίνδυνο και τις προσδοκίες τους για την πορεία της οικονομίας.
Πέρα από την άμεση επίδραση στην ενέργεια, το μεγαλύτερο πρόβλημα είναι η μετάδοση του κόστους σε ολόκληρη την αλυσίδα αξίας. Η αύξηση στις τιμές των καυσίμων επηρεάζει την ηλεκτροπαραγωγή, τα λιπάσματα και κατ’ επέκταση τα τρόφιμα, καθώς και το συνολικό κόστος μεταφοράς και παραγωγής. Αυτό σημαίνει ότι ακόμη και αν οι τιμές της ενέργειας αποκλιμακωθούν στο μέλλον, το επίπεδο των τιμών στην οικονομία θα έχει ήδη μετατοπιστεί προς τα πάνω.
Η εικόνα αυτή αποτυπώνεται και στις αναθεωρημένες προβλέψεις του οίκου. Η παγκόσμια ανάπτυξη για το 2026 εκτιμάται πλέον στο 3,1% από 3,5%, ενώ ο παγκόσμιος πληθωρισμός αναμένεται να διαμορφωθεί στο 3,3% από 2,4%. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, η ανάπτυξη προβλέπεται στο 2,3%, με τον πληθωρισμό να κορυφώνεται κοντά στο 3,8%. Στην ευρωζώνη, ωστόσο, η κατάσταση εμφανίζεται πιο δύσκολη, καθώς η ανάπτυξη περιορίζεται στο 0,6% και ο πληθωρισμός φτάνει στο 3,3%, με το φυσικό αέριο να διατηρεί ισχυρές πιέσεις.
Το πιο ανησυχητικό στοιχείο της ανάλυσης είναι η αυξανόμενη πιθανότητα στασιμοπληθωρισμού, δηλαδή ενός περιβάλλοντος όπου η οικονομική ανάπτυξη επιβραδύνεται ενώ οι τιμές συνεχίζουν να αυξάνονται. Σε ένα τέτοιο σκηνικό, οι κεντρικές τράπεζες βρίσκονται σε ιδιαίτερα δύσκολη θέση, καθώς καλούνται να ισορροπήσουν ανάμεσα στη στήριξη της ανάπτυξης και στον περιορισμό του πληθωρισμού.
Στις Ηνωμένες Πολιτείες, η Ομοσπονδιακή Τράπεζα ενδέχεται να καθυστερήσει τις όποιες μειώσεις επιτοκίων, μεταθέτοντάς τες προς το φθινόπωρο, ενώ δεν αποκλείεται ακόμη και το ενδεχόμενο να μην πραγματοποιηθούν καθόλου. Στην ευρωζώνη, αντίθετα, η Bank of America εκτιμά ότι η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα μπορεί να προχωρήσει σε αυξήσεις επιτοκίων μέσα στο καλοκαίρι, πριν ξεκινήσει εκ νέου κύκλο χαλάρωσης το 2027.
Παράλληλα, ο οίκος επισημαίνει ότι οι αγορές ενδέχεται να υποτιμούν τη διάρκεια και την ένταση της ενεργειακής κρίσης. Αν και το βασικό σενάριο προβλέπει σταδιακή αποκλιμάκωση πριν από το τέλος της άνοιξης, ακόμη και σε αυτή την περίπτωση μέρος της ζημιάς θεωρείται ήδη μόνιμο. Σε ένα πιο αρνητικό σενάριο, με το πετρέλαιο να φτάνει κατά μέσο όρο τα 130 δολάρια και να ξεπερνά τα 150 δολάρια σε ορισμένες περιόδους, οι επιπτώσεις θα μπορούσαν να είναι πολύ πιο σοβαρές, περιλαμβάνοντας ύφεση, πιέσεις στις αγορές και σημαντική κάμψη της κατανάλωσης και των επενδύσεων.
Για την Ευρώπη, η εξάρτηση από την ενέργεια καθιστά το πλήγμα πιο άμεσο και πιο έντονο. Για τις Ηνωμένες Πολιτείες, η οικονομία εμφανίζεται πιο ανθεκτική, αλλά όχι ανεπηρέαστη. Σε κάθε περίπτωση, το βασικό συμπέρασμα είναι ότι η μάχη με τον πληθωρισμό όχι μόνο δεν έχει τελειώσει, αλλά ενδέχεται να εισέρχεται στην πιο δύσκολη και αβέβαιη φάση της.
Η ανάλυση της Bank of America λειτουργεί τελικά ως μια ισχυρή υπενθύμιση ότι οι κίνδυνοι παραμένουν αυξημένοι και ότι η ενεργειακή κρίση μπορεί να αφήσει βαθύτερο και πιο μόνιμο αποτύπωμα στην παγκόσμια οικονομία από ό,τι αρχικά εκτιμήθηκε.