Η ενίσχυση της μακροχρόνιας αποταμίευσης μπορεί να εξελιχθεί σε έναν από τους σημαντικότερους παράγοντες στήριξης της ελληνικής οικονομίας τα επόμενα χρόνια, σύμφωνα με νέα μελέτη του ΙΟΒΕ που παρουσιάστηκε στις 14 Μαΐου 2026 σε εκδήλωση της Euronext Athens και του Ιδρύματος.
Η μελέτη με τίτλο «Αποταμιευτικοί Λογαριασμοί Νοικοκυριών για Επενδύσεις στην Κεφαλαιαγορά» αναδεικνύει την ανάγκη δημιουργίας σύγχρονων εργαλείων αποταμίευσης, τα οποία θα δίνουν κίνητρα στα νοικοκυριά να επενδύουν μακροπρόθεσμα, ενισχύοντας παράλληλα την οικονομική παιδεία και τη συμμετοχή στην οργανωμένη κεφαλαιαγορά.
Ο γενικός διευθυντής του ΙΟΒΕ, Νίκος Βέττας, υπογράμμισε ότι η ελληνική οικονομία αντιμετωπίζει διαχρονικά χαμηλά επίπεδα αποταμίευσης, γεγονός που περιορίζει τη δυνατότητα χρηματοδότησης παραγωγικών επενδύσεων και επιβραδύνει την αναπτυξιακή δυναμική της χώρας. Όπως σημείωσε, η διεθνής εμπειρία αποδεικνύει ότι τα σωστά σχεδιασμένα φορολογικά και επενδυτικά κίνητρα μπορούν να κινητοποιήσουν ιδιωτικούς πόρους με ουσιαστικά οφέλη τόσο για την οικονομία όσο και για την κοινωνία.
Στο ίδιο πλαίσιο, ο διευθύνων σύμβουλος της Euronext Athens, Γιάννος Κοντόπουλος, επεσήμανε ότι η δημιουργία ενός σύγχρονου αποταμιευτικού επενδυτικού λογαριασμού αποτελεί βασική προϋπόθεση για τη μακροπρόθεσμη ανάπτυξη της ελληνικής κεφαλαιαγοράς. Τόνισε ότι οι πολίτες εξοικειώνονται ουσιαστικά με την αποταμίευση όταν έχουν πρόσβαση σε απλά, αξιόπιστα και μακροχρόνια εργαλεία, τα οποία μπορούν να κατευθύνουν εγχώρια κεφάλαια προς παραγωγικές επενδύσεις.
Η μελέτη προτείνει δύο νέα αποταμιευτικά εργαλεία. Το πρώτο αφορά τον Ατομικό Αποταμιευτικό Επενδυτικό Λογαριασμό (ΑΠΕΛ), μέσω του οποίου οι πολίτες θα μπορούν προαιρετικά να επενδύουν σε χαρτοφυλάκια κινητών αξιών με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά και χαμηλό ή μέτριο επενδυτικό ρίσκο. Η συμμετοχή θα συνδέεται με φορολογικές εκπτώσεις, οι οποίες θα αυξάνονται ανάλογα με τη διάρκεια διακράτησης και το ύψος της συμμετοχής.
Το δεύτερο εργαλείο αφορά τον Παιδικό Αποταμιευτικό Επενδυτικό Λογαριασμό (ΠΑΠΕΛ), ο οποίος προτείνεται να ανοίγει με τη γέννηση κάθε παιδιού. Οι γονείς θα μπορούν να πραγματοποιούν πρόσθετες καταθέσεις, λαμβάνοντας οικονομικά κίνητρα μέσω κρατικής επιβράβευσης. Τα κεφάλαια θα επενδύονται μακροπρόθεσμα και θα μπορούν να αξιοποιηθούν χωρίς φορολογική επιβάρυνση όταν το παιδί ενηλικιωθεί.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της μελέτης, τα οφέλη από την εφαρμογή στοχευμένων κινήτρων για μακροχρόνια αποταμίευση εκτιμάται ότι μπορούν να ξεπεράσουν σημαντικά το αρχικό δημοσιονομικό κόστος. Ειδικότερα, κάθε 1 ευρώ δημοσιονομικής δαπάνης για την παροχή κινήτρων μπορεί να οδηγήσει σε μέση ετήσια αύξηση του πραγματικού εθνικού εισοδήματος έως και κατά 2 ευρώ μέσα σε ορίζοντα πενταετίας.
Παράλληλα, με μέσο ετήσιο δημοσιονομικό κόστος περίπου 100 εκατ. ευρώ, οι καθαρές νέες επενδύσεις στην οικονομία θα μπορούσαν να ξεπεράσουν τα 300 εκατ. ευρώ ετησίως. Η μελέτη εκτιμά ακόμη ότι η απασχόληση μπορεί να ενισχυθεί με περίπου 2.000 νέες θέσεις εργασίας υψηλής παραγωγικότητας κατά την πρώτη δεκαετία εφαρμογής.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται επίσης στην ανάγκη καλλιέργειας οικονομικής παιδείας και αποταμιευτικής κουλτούρας στην ελληνική κοινωνία. Όπως επισημαίνεται, η Ελλάδα συνεχίζει να εμφανίζει σημαντικό αποταμιευτικό κενό σε σχέση με άλλες ευρωπαϊκές οικονομίες, ενώ η συμμετοχή των νοικοκυριών στην κεφαλαιαγορά παραμένει περιορισμένη.
Η διεθνής εμπειρία δείχνει ότι αντίστοιχα προγράμματα λειτουργούν ήδη σε πολλές ανεπτυγμένες οικονομίες. Σε 11 από τις 27 χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης εφαρμόζονται ήδη αποταμιευτικοί επενδυτικοί λογαριασμοί, ενώ παρόμοια εργαλεία είναι διαδεδομένα στις Ηνωμένες Πολιτείες, το Ηνωμένο Βασίλειο, τον Καναδάς και την Ιαπωνία.
Η μελέτη υπογραμμίζει ότι για την επιτυχημένη εφαρμογή των νέων εργαλείων απαιτούνται τρεις βασικές προϋποθέσεις: απλότητα στη χρήση, ευελιξία στην επιλογή παρόχων και κατάλληλη δομή κινήτρων. Η εύκολη πρόσβαση, η πλήρης διαφάνεια και η δυνατότητα μεταφοράς λογαριασμού μεταξύ διαφορετικών παρόχων θεωρούνται κρίσιμοι παράγοντες για την ευρεία αποδοχή των προγραμμάτων από τα νοικοκυριά.
Σε μακροπρόθεσμο επίπεδο, το ΙΟΒΕ εκτιμά ότι η ενίσχυση της αποταμίευσης μπορεί να συμβάλει όχι μόνο στην αύξηση των επενδύσεων και του ΑΕΠ, αλλά και στη βελτίωση της δημοσιονομικής σταθερότητας, της εξωτερικής ισορροπίας της χώρας και της αντιμετώπισης δημογραφικών προκλήσεων.