Ο πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών, Ντόναλντ Τραμπ, επανέλαβε την αμετακίνητη στάση του σχετικά με τους δασμούς προς την Ευρωπαϊκή Ένωση, επιμένοντας ότι ο κατώτατος συντελεστής δεν μπορεί να είναι κάτω από 15%. Η δήλωση αυτή έγινε λίγες ώρες πριν τη συνάντησή του με την πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, στο Τέρνμπερι της Σκωτίας, σε μια ιδιαίτερα κρίσιμη χρονική στιγμή για τις διατλαντικές εμπορικές σχέσεις.
Παρά την έντονη στάση του, ο Αμερικανός πρόεδρος εμφανίστηκε συγκρατημένα αισιόδοξος για την πορεία των διαπραγματεύσεων, σημειώνοντας ότι έχουν απομείνει μόνο «τρία ή τέσσερα» βασικά ζητήματα προς επίλυση. Κύριο σημείο τριβής φαίνεται να είναι η «δικαιοσύνη» στις εμπορικές συναλλαγές, με τον Τραμπ να επικαλείται τους φραγμούς που αντιμετωπίζουν οι εξαγωγές αμερικανικών αυτοκινήτων και αγροτικών προϊόντων προς την Ευρώπη.
Η φον ντερ Λάιεν, από τη μεριά της, χαρακτήρισε τον Τραμπ «σκληρό διαπραγματευτή» και δήλωσε πως οι πιθανότητες επίτευξης συμφωνίας είναι 50-50. Τόνισε, ωστόσο, ότι οποιαδήποτε τελική συμφωνία θα πρέπει να βασίζεται στην αρχή της ισότητας και της εξισορρόπησης των εμπορικών σχέσεων.
Η συνάντηση πραγματοποιήθηκε στο προσωπικό γκολφ κλαμπ του Τραμπ, με το σκηνικό να δείχνει λιγότερο επίσημο, αλλά το διακύβευμα να είναι μεγάλο. Η αποφυγή ενός νέου γύρου δασμών από τις ΗΠΑ προς την Ευρώπη εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τις επόμενες κινήσεις των δύο πλευρών.
Σε ερώτηση δημοσιογράφου για το αν εξετάζει χαμηλότερους δασμούς από το 15%, ο Τραμπ απάντησε ξεκάθαρα: «Αν κάτι καλύτερο σημαίνει χαμηλότερα, τότε όχι». Η φράση αυτή επιβεβαιώνει την πρόθεσή του να χρησιμοποιήσει τους δασμούς ως μοχλό πίεσης, αλλά και διαπραγματευτικό όπλο.
Η παρούσα φάση των συνομιλιών φέρνει στο προσκήνιο παλαιότερες εντάσεις στις εμπορικές σχέσεις ΗΠΑ-Ε.Ε., ενώ η συγκυρία, λίγο πριν τη σύνοδο του ΝΑΤΟ, προσδίδει επιπλέον πολιτικό βάρος στις εξελίξεις.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση βρίσκεται μπροστά σε ένα δύσκολο δίλημμα: είτε να αποδεχθεί μια συμφωνία με συμβιβασμούς, είτε να ρισκάρει την επιβολή νέων δασμών σε ευρωπαϊκά προϊόντα που εξάγονται στις ΗΠΑ. Οι επόμενες ημέρες αναμένονται κρίσιμες, καθώς η όποια συμφωνία ή ρήξη θα έχει άμεσες συνέπειες στο παγκόσμιο εμπόριο και στις διατλαντικές σχέσεις.