Σε ιστορικά χαμηλό επίπεδο από την έναρξη της έρευνας υποχώρησε ο Δείκτης Στεγαστικού Κλίματος της Τράπεζας Πειραιώς, αποτυπώνοντας την αυξανόμενη πίεση που αντιμετωπίζουν τα νοικοκυριά. Οι προσδοκίες για νέες αυξήσεις στις τιμές των ακινήτων, η αβεβαιότητα για τα εισοδήματα και οι ανησυχίες για το κόστος των στεγαστικών δανείων επιβαρύνουν περαιτέρω την αγορά κατοικίας.
Η απόκτηση κατοικίας στην Ελλάδα γίνεται ολοένα και πιο δύσκολη, καθώς οι υψηλές τιμές των ακινήτων, η περιορισμένη αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών και οι ανησυχίες για το κόστος χρηματοδότησης διαμορφώνουν ένα ιδιαίτερα απαιτητικό περιβάλλον. Την ίδια στιγμή, όσοι διαθέτουν ακίνητα προς πώληση εξακολουθούν να βρίσκονται σε ευνοϊκότερη θέση, καθώς οι προσδοκίες για περαιτέρω ανατιμήσεις παραμένουν ισχυρές.
Την επιδείνωση του κλίματος επιβεβαιώνει η τελευταία έρευνα της Τράπεζας Πειραιώς για την αγορά κατοικίας, η οποία καταγράφει ένα πρώτο προειδοποιητικό σήμα για το τρίτο τρίμηνο του 2026. Ο Δείκτης Στεγαστικού Κλίματος υποχώρησε στις 43,6 μονάδες, από 45,1 μονάδες το προηγούμενο τρίμηνο, σημειώνοντας τη χαμηλότερη επίδοσή του από την έναρξη της έρευνας στα τέλη του 2023.
Η εξέλιξη αυτή αποτυπώνει την εντεινόμενη απαισιοδοξία των νοικοκυριών τόσο για τις συνθήκες στην αγορά ακινήτων όσο και για τις προσωπικές οικονομικές τους δυνατότητες. Με δεδομένο ότι οι 50 μονάδες αποτελούν το ουδέτερο σημείο του δείκτη, η υποχώρησή του στις 43,6 μονάδες σημαίνει ότι οι αρνητικές εκτιμήσεις υπερτερούν πλέον σαφώς των θετικών.
Αγορά κατοικίας μετ’ εμποδίων για τα νοικοκυριά
Η δυσκολία απόκτησης κατοικίας αποτελεί ένα από τα βασικότερα ευρήματα της έρευνας. Σε όλη την περίοδο που εξετάζεται, περίπου το 60%-70% των συμμετεχόντων χαρακτηρίζει την τρέχουσα συγκυρία «καθόλου ευνοϊκή» για την αγορά σπιτιού.
Η εικόνα αυτή υποδηλώνει ότι σημαντικό μέρος των νοικοκυριών είτε δεν διαθέτει τα απαραίτητα οικονομικά μέσα για να προχωρήσει σε αγορά είτε αδυνατεί να βρει κατοικία που να ανταποκρίνεται στις ανάγκες και τον προϋπολογισμό του.
Στον αντίποδα, η αγορά εξακολουθεί να προσφέρει καλύτερες προοπτικές για τους πωλητές. Περίπου το 40%-45% των ερωτηθέντων θεωρεί διαχρονικά την περίοδο πολύ ή αρκετά ευνοϊκή για την πώληση κατοικίας. Η απόκλιση αυτή αναδεικνύει την ανισορροπία μεταξύ αγοραστών και πωλητών: οι υψηλές αποτιμήσεις λειτουργούν ως εμπόδιο για όσους αναζητούν σπίτι, αλλά αποτελούν πλεονέκτημα για όσους διαθέτουν ακίνητη περιουσία.
Στο υψηλότερο επίπεδο οι προσδοκίες για αυξήσεις τιμών
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η εξέλιξη των προσδοκιών για τις τιμές των κατοικιών. Ο σχετικός δείκτης αυξήθηκε στις 74,1 μονάδες, από 68,1 μονάδες το προηγούμενο τρίμηνο, καταγράφοντας την υψηλότερη επίδοση από την έναρξη της έρευνας.
Η συγκεκριμένη μέτρηση αποτυπώνει την ενίσχυση της πεποίθησης των νοικοκυριών ότι οι τιμές των ακινήτων θα συνεχίσουν να αυξάνονται μέσα στους επόμενους 12 μήνες. Δεν αποτελεί, ωστόσο, καταγραφή της πραγματικής μεταβολής των τιμών, αλλά αποτυπώνει τις προσδοκίες των συμμετεχόντων.
Η Τράπεζα Πειραιώς επισημαίνει ότι μένει να διαπιστωθεί εάν η ενίσχυση αυτών των προσδοκιών συνδέεται με την εκτίμηση για περαιτέρω άνοδο της κτηματαγοράς ή αντανακλά ευρύτερα την ανησυχία των νοικοκυριών για την ακρίβεια και το αυξημένο κόστος διαβίωσης.
Σε κάθε περίπτωση, η προοπτική νέων ανατιμήσεων εντείνει την πίεση στους υποψήφιους αγοραστές, οι οποίοι καλούνται να αντιμετωπίσουν ήδη υψηλό κόστος απόκτησης κατοικίας.
Ανησυχία για εισοδήματα και στεγαστικά επιτόκια
Πέρα από τις τιμές των ακινήτων, επιβαρυντικά λειτουργούν και οι προσδοκίες για την πορεία των εισοδημάτων. Ο σχετικός δείκτης για τους επόμενους 12 μήνες υποχώρησε στις 46,9 μονάδες, από 51,5 μονάδες, περνώντας κάτω από το ουδέτερο όριο των 50 μονάδων.
Αυτό σημαίνει ότι οι αρνητικές εκτιμήσεις για την εξέλιξη των εισοδημάτων υπερισχύουν πλέον των θετικών, ενώ ανάλογη εικόνα καταγράφεται και στις απαντήσεις σχετικά με την τρέχουσα οικονομική κατάσταση των νοικοκυριών.
Την ίδια στιγμή, αυξάνεται η ανησυχία για πιθανή άνοδο των επιτοκίων των στεγαστικών δανείων. Μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να επιβαρύνει περαιτέρω το κόστος χρηματοδότησης και να περιορίσει ακόμη περισσότερο τη δυνατότητα των νοικοκυριών να αποκτήσουν κατοικία μέσω τραπεζικού δανεισμού.
Αξιοσημείωτο είναι, μάλιστα, ότι οι συμμετέχοντες στην έρευνα δεν φαίνεται να έχουν αντιληφθεί σε μεγάλο βαθμό την προηγούμενη αποκλιμάκωση των επιτοκίων της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας από το 4% στο 2%. Σύμφωνα με τους αναλυτές της Πειραιώς, αυτό ενδεχομένως συνδέεται είτε με ελλιπή ενημέρωση είτε με την παγιωμένη αντίληψη ότι τα στεγαστικά δάνεια εξακολουθούν να αποτελούν σημαντική οικονομική επιβάρυνση.
Προειδοποιητικό σήμα για την κτηματαγορά
Η υποχώρηση του Δείκτη Στεγαστικού Κλίματος δεν συνιστά από μόνη της ένδειξη ανατροπής της ανοδικής πορείας της αγοράς ακινήτων. Αποτελεί, ωστόσο, μια σημαντική ένδειξη ότι η δυνατότητα των νοικοκυριών να συμμετάσχουν στην αγορά κατοικίας περιορίζεται.
Η Τράπεζα Πειραιώς επισημαίνει ότι τα στοιχεία ενός μόνο τριμήνου δεν επαρκούν για την εξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων. Εάν, όμως, η επιδείνωση συνεχιστεί και στα επόμενα τρίμηνα, θα μπορούσε να σηματοδοτεί την εντονότερη επίδραση της ακρίβειας, της διεθνούς αβεβαιότητας και του κόστους δανεισμού στην κτηματαγορά και συνολικά στην οικονομία.
Το βασικό ερώτημα για την επόμενη περίοδο είναι κατά πόσο η άνοδος των τιμών θα συνεχιστεί με ρυθμούς που θα διευρύνουν ακόμη περισσότερο την απόσταση μεταξύ αξιών ακινήτων και αγοραστικής δύναμης των νοικοκυριών.
Η έρευνα της Πειραιώς πραγματοποιείται σε τριμηνιαία βάση, σε πανελλαδικό δείγμα πελατών της τράπεζας ηλικίας 25 έως 75 ετών, με στάθμιση ως προς τη γεωγραφική κατανομή.