Σε νέο ιστορικό ρεκόρ ανήλθαν οι ελληνικές εξαγωγές κατά το πρώτο εννεάμηνο του 2026, ξεπερνώντας για πρώτη φορά το όριο των 41,8 δισ. ευρώ. Η ισχυρή επίδοση επιβεβαιώνει την ενίσχυση της εξωστρέφειας της ελληνικής οικονομίας, με σημαντική συμβολή από τα καύσιμα, τα τρόφιμα, τις πρώτες ύλες και τον κλάδο των μηχανημάτων.
Ειδικότερα, σύμφωνα με τα προσωρινά στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, όπως αναλύθηκαν από τον Πανελλήνιο Σύνδεσμο Εξαγωγέων (ΠΣΕ) και το Κέντρο Εξαγωγικών Ερευνών και Μελετών (ΚΕΕΜ), η συνολική αξία των εξαγωγών διαμορφώθηκε στα 41,86 δισ. ευρώ την περίοδο Ιανουαρίου-Σεπτεμβρίου 2026, καταγράφοντας αύξηση 15,9% σε σύγκριση με τα 36,13 δισ. ευρώ της αντίστοιχης περιόδου του προηγούμενου έτους.
Σε απόλυτους αριθμούς, η άνοδος μεταφράζεται σε επιπλέον 5,73 δισ. ευρώ, ενώ η φετινή επίδοση ξεπερνά το προηγούμενο ιστορικό υψηλό του 2022, όταν οι ελληνικές εξαγωγές είχαν διαμορφωθεί περίπου στα 40,6 δισ. ευρώ.
Θετική ήταν η πορεία και τον Σεπτέμβριο, καθώς η αξία των εξαγωγών έφτασε τα 4,76 δισ. ευρώ, σημειώνοντας αύξηση 11,6% σε ετήσια βάση. Πρόκειται, μάλιστα, για τον έβδομο διαδοχικό μήνα κατά τον οποίο καταγράφεται διψήφιος ρυθμός ανάπτυξης.
Καύσιμα και πετρελαιοειδή οδηγούν την άνοδο
Καθοριστική ήταν η συμβολή του ενεργειακού τομέα στη διαμόρφωση του νέου ρεκόρ. Τα πετρελαιοειδή και τα καύσιμα κατέγραψαν αύξηση 41,9%, με τη συνολική αξία των εξαγωγών τους να ανέρχεται στα 13,1 δισ. ευρώ. Η συγκεκριμένη κατηγορία αντιστοιχούσε περίπου στα δύο τρίτα της συνολικής αύξησης των ελληνικών εξαγωγών.
Ωστόσο, η θετική εικόνα δεν περιορίστηκε στα ενεργειακά προϊόντα. Οι εξαγωγές πρώτων υλών ενισχύθηκαν κατά 23,2%, ενώ τα μηχανήματα και το υλικό μεταφορών σημείωσαν άνοδο 13,4%. Αντίστοιχα, η κατηγορία των τροφίμων και ζώντων ζώων κατέγραψε αύξηση 10,1%.
Ιδιαίτερη σημασία έχει το γεγονός ότι, εξαιρουμένων των πετρελαιοειδών, οι ελληνικές εξαγωγές ανήλθαν στα 29,77 δισ. ευρώ, αυξημένες κατά 7,8% σε σχέση με το 2025. Το στοιχείο αυτό αποτυπώνει τη διεύρυνση της εξαγωγικής δραστηριότητας και σε άλλους παραγωγικούς κλάδους της οικονομίας.
Από τις δέκα βασικές κατηγορίες προϊόντων, οι εννέα κινήθηκαν ανοδικά. Μοναδική εξαίρεση αποτέλεσαν τα λάδια και λίπη, όπου καταγράφηκε μείωση 20,4%.
Περιορίζεται το εμπορικό έλλειμμα
Παράλληλα με την αύξηση των εξαγωγών, βελτιώθηκε και η εικόνα του εμπορικού ισοζυγίου της χώρας. Οι εισαγωγές αυξήθηκαν κατά 8,8%, φτάνοντας τα 66,36 δισ. ευρώ, ωστόσο ο ρυθμός ανόδου τους ήταν αισθητά χαμηλότερος από εκείνον των εξαγωγών.
Ως αποτέλεσμα, το εμπορικό έλλειμμα περιορίστηκε κατά 1,5%, διαμορφούμενο στα 24,49 δισ. ευρώ. Ακόμη μεγαλύτερη ήταν η βελτίωση χωρίς τα πετρελαιοειδή, όπου το έλλειμμα υποχώρησε κατά 4,5%.
Επιπλέον, ο δείκτης κάλυψης των εισαγωγών από τις εξαγωγές ενισχύθηκε στο 63,1%, έναντι 59,2% το αντίστοιχο διάστημα του 2025, καταδεικνύοντας τη βελτίωση της θέσης των ελληνικών προϊόντων στο διεθνές εμπόριο.
Η εικόνα, πάντως, ήταν διαφορετική τον Σεπτέμβριο, όταν οι εισαγωγές αυξήθηκαν ταχύτερα από τις εξαγωγές. Έτσι, το μηνιαίο εμπορικό έλλειμμα διευρύνθηκε κατά 21,7%, φτάνοντας τα 3,32 δισ. ευρώ.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση βασικός εμπορικός προορισμός
Σημαντικό ρόλο στην ενίσχυση της εξαγωγικής δραστηριότητας εξακολουθεί να διαδραματίζει η ευρωπαϊκή αγορά, η οποία παραμένει ο μεγαλύτερος εμπορικός εταίρος της Ελλάδας.
Κατά το πρώτο εννεάμηνο του 2026, οι εξαγωγές προς τα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης αυξήθηκαν κατά 17%, φτάνοντας τα 24,19 δισ. ευρώ. Αντίστοιχα, οι εξαγωγές προς τις τρίτες χώρες ενισχύθηκαν κατά 14,3%, στα 17,67 δισ. ευρώ.
Ακόμη πιο έντονη ήταν η δυναμική της ευρωπαϊκής αγοράς τον Σεπτέμβριο, όταν οι ελληνικές εξαγωγές προς την ΕΕ σημείωσαν άνοδο 23,7%. Το μερίδιο της Ένωσης στις συνολικές εξαγωγές της χώρας για τον συγκεκριμένο μήνα διαμορφώθηκε στο 61,2%.
ΠΣΕ: Ιστορική χρονιά για την ελληνική εξωστρέφεια
Τη σημασία των αποτελεσμάτων ανέδειξε ο πρόεδρος του Πανελληνίου Συνδέσμου Εξαγωγέων, Αλκιβιάδης Καλαμπόκης, χαρακτηρίζοντας το εννεάμηνο του 2026 ιστορική περίοδο για την ελληνική εξωστρέφεια.
Όπως επισήμανε, η αύξηση των εξαγωγών με ρυθμό σχεδόν διπλάσιο από εκείνον των εισαγωγών, σε συνδυασμό με την ενίσχυση των μη ενεργειακών προϊόντων, αποτυπώνει τη βελτίωση της παρουσίας της ελληνικής παραγωγής στις διεθνείς αγορές.
Παρά τη θετική πορεία, ωστόσο, οι προκλήσεις για τις εξαγωγικές επιχειρήσεις παραμένουν σημαντικές. Το υψηλό ενεργειακό κόστος, οι αυξημένες χρηματοδοτικές ανάγκες και ο εντεινόμενος διεθνής ανταγωνισμός εξακολουθούν να επιβαρύνουν τη λειτουργία τους.
Στο πλαίσιο αυτό, ο ΠΣΕ ζητά τη λήψη μέτρων για την ενίσχυση της ρευστότητας των επιχειρήσεων, τη μείωση του λειτουργικού κόστους και την απλούστευση των διοικητικών διαδικασιών.
Ο μακροπρόθεσμος στόχος είναι η περαιτέρω διεύρυνση της εξαγωγικής βάσης έως το 2030, με περισσότερες ελληνικές επιχειρήσεις να αποκτούν πρόσβαση σε νέες διεθνείς αγορές και με μεγαλύτερη έμφαση σε προϊόντα υψηλότερης προστιθέμενης αξίας.