Η ελληνική κοινωνία βρίσκεται σήμερα αντιμέτωπη με μια κρίση που δεν κάνει θόρυβο, αλλά επηρεάζει άμεσα την καθημερινότητα χιλιάδων πολιτών: τη στεγαστική κρίση. Σύμφωνα με πρόσφατη μελέτη της Alpha Bank, περισσότεροι από τους μισούς Έλληνες (54%) θεωρούν πλέον αδύνατη την αγορά κατοικίας, ενώ το 68% δηλώνει ότι δεν μπορεί να ανταποκριθεί ούτε στις απαιτήσεις της ενοικίασης.
Τα στοιχεία είναι αποκαλυπτικά. Πάνω από τους μισούς ενοικιαστές (52%) ξοδεύουν πάνω από το 30% του εισοδήματός τους για ενοίκιο, ενώ και οι δανειολήπτες δυσκολεύονται – το 42% δίνει αντίστοιχα μεγάλο ποσοστό του μηνιαίου εισοδήματός του για δόσεις στεγαστικών. Το εισόδημα δε φτάνει, ενώ η αξία των ακινήτων έχει επιστρέψει – και ξεπεράσει – τα προ κρίσης επίπεδα. Μόνο το 2023 οι τιμές αυξήθηκαν κατά 13,9% και κατά 8,7% το 2024.
Η αναζήτηση ευθυνών οδηγεί σε πολλούς παράγοντες: η χαμηλή οικοδομική δραστηριότητα, η πίεση από την εξωτερική ζήτηση (τουρισμός, Airbnb), η οικονομία διαμοιρασμού, αλλά και ένα δυσκίνητο και βαριά φορολογημένο πλαίσιο διαχείρισης ακινήτων.
Η φορολόγηση της ιδιοκτησίας – με τον ΕΝΦΙΑ, τους φόρους επί των ενοικίων, αλλά και τα πολυάριθμα έξοδα για δικαιολογητικά, ενεργειακά πιστοποιητικά και δημοτικά τέλη – δεν αφήνει πολλά περιθώρια. Οι ιδιοκτήτες επιδιώκουν υψηλότερα ενοίκια ή στρέφονται στην πώληση, γιατί τα ακίνητα συχνά αποδεικνύονται ασύμφορα. Με πάμπολλα παραδείγματα να το αποδεικνύουν
Η σημερινή Ελλάδα δεν θυμίζει πια την εποχή που τα ακίνητα θεωρούνταν ασφαλής αποταμιευτικός προορισμός για τα νοικοκυριά. Η στέγαση μετατρέπεται σταδιακά από βασική ανάγκη σε άπιαστο στόχο, ιδιαίτερα για τη νέα γενιά. Και το ερώτημα που τίθεται όλο και πιο έντονα είναι: Πώς θα διασφαλιστεί το δικαίωμα στην προσιτή κατοικία σε μια χώρα που στα λόγια υπερασπίζεται την ιδιοκτησία, αλλά στην πράξη την τιμωρεί; Υπάρχει πλάνο για άμεση μείωση της φορολογίας;
Η ανάγκη για επανασχεδιασμό της στεγαστικής πολιτικής και ανακούφιση τόσο των ιδιοκτητών όσο και των ενοικιαστών μοιάζει πιο επιτακτική από ποτέ. Δίχως αυτό, η στέγαση θα παραμείνει προνόμιο των λίγων, με τους υπόλοιπους να αγωνίζονται για μια θέση στην «υπόγα» – κυριολεκτικά και μεταφορικά.