Ο πληθωρισμός στην Ελλάδα κατέγραψε νέα άνοδο τον Μάρτιο του 2026, φτάνοντας στο 3,3%, με βασικό μοχλό την αύξηση των τιμών στην ενέργεια. Η εξέλιξη αυτή διατηρεί τη χώρα πάνω από τον μέσο όρο της ευρωζώνης, όπου ο πληθωρισμός διαμορφώθηκε στο 2,5%, επιβεβαιώνοντας τις συνεχιζόμενες πιέσεις στο κόστος ζωής.
Σύμφωνα με τα προσωρινά στοιχεία της Eurostat, ο δείκτης τιμών καταναλωτή στην Ελλάδα ενισχύθηκε από το 3,1% του Φεβρουαρίου, συνεχίζοντας την ανοδική του πορεία. Σε μηνιαία βάση, οι τιμές αυξήθηκαν κατά 2%, ποσοστό σημαντικά υψηλότερο από το 1,2% που καταγράφηκε στην ευρωζώνη.
Καθοριστικό ρόλο στην επιτάχυνση του πληθωρισμού διαδραμάτισε η ενέργεια, η οποία παρουσίασε ετήσια αύξηση 4,9%, αντιστρέφοντας την πτωτική τάση του προηγούμενου μήνα. Ακολούθησαν οι υπηρεσίες με άνοδο 3,2%, ενώ τα τρόφιμα, τα αλκοολούχα ποτά και ο καπνός αυξήθηκαν κατά 2,4%. Τα μη ενεργειακά βιομηχανικά αγαθά σημείωσαν πιο ήπια μεταβολή, στο 0,5%.
Σε επίπεδο ευρωζώνης, ο δομικός πληθωρισμός, που εξαιρεί ενέργεια και τρόφιμα, διαμορφώθηκε στο 2,3%, καταγράφοντας μηνιαία αύξηση 0,8%. Η υπέρβαση του στόχου του 2% που έχει θέσει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα εντείνει τις ανησυχίες για τη διάρκεια των πληθωριστικών πιέσεων.
Ανοδικές τάσεις καταγράφηκαν και στις μεγαλύτερες οικονομίες της Ευρώπης. Στη Γερμανία, ο πληθωρισμός έφτασε το 2,8% από 2% τον Φεβρουάριο, με τις τιμές ενέργειας να αυξάνονται κατά 7,2% σε ετήσια βάση, σημειώνοντας την πρώτη άνοδο από τα τέλη του 2023. Αντίστοιχα, στη Γαλλία ο πληθωρισμός ανήλθε στο 1,7%, σχεδόν διπλάσιος από το 0,9% του προηγούμενου μήνα, κυρίως λόγω της αύξησης των πετρελαϊκών προϊόντων.
Οι εξελίξεις αυτές ενισχύουν τις εκτιμήσεις ότι η ενέργεια θα συνεχίσει να αποτελεί βασικό παράγοντα διαμόρφωσης του πληθωρισμού το επόμενο διάστημα. Παράλληλα, οι προβλέψεις για διατήρηση των τιμών πετρελαίου σε υψηλά επίπεδα δημιουργούν πρόσθετη αβεβαιότητα για την πορεία των τιμών και την αγοραστική δύναμη των καταναλωτών.
Συνολικά, η εικόνα δείχνει ότι οι πληθωριστικές πιέσεις όχι μόνο επιμένουν, αλλά και ενισχύονται, με την Ελλάδα να παραμένει σε πιο ευάλωτη θέση σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, κυρίως λόγω της έντονης επίδρασης του ενεργειακού κόστους.