Νομολογία-ορόσημο από το Συμβούλιο της Επικρατείας βάζει «φρένο» στην ΑΑΔΕ σχετικά με τους ελέγχους καταθέσεων στο εξωτερικό, οι οποίοι δεν πραγματοποιήθηκαν μέσα στην προβλεπόμενη πενταετία. Η απόφαση του ΣτΕ επισημαίνει πως, αν η φορολογική αρχή δεν κινηθεί εγκαίρως, χάνει το δικαίωμα να διενεργήσει έλεγχο και να επιβάλει πρόστιμα ή φόρους.
Η υπόθεση που οδήγησε στη νέα αυτή νομολογία αφορά φορολογούμενο με εμβάσματα ύψους 5,7 εκατ. ευρώ από λογαριασμό του εξωτερικού προς ελληνική τράπεζα το 2013. Ο έλεγχος ξεκίνησε έξι χρόνια αργότερα, το 2019, και ο τελικός καταλογισμός φόρων και προστίμων ύψους 3,3 εκατ. ευρώ έγινε το 2021. Το ΣτΕ, ωστόσο, δικαίωσε τον φορολογούμενο, κρίνοντας ότι η ΑΑΔΕ όφειλε να έχει κινηθεί εντός πενταετίας από το έτος στο οποίο έπρεπε να δηλωθεί το εισόδημα, δηλαδή έως το τέλος του 2019.
Σύμφωνα με την απόφαση 1413/2025, η εφορία δεν μπορεί να επικαλείται «συμπληρωματικά στοιχεία» που περιήλθαν στην κατοχή της μετά την πάροδο της πενταετίας, αν δεν είχε προηγουμένως επιδείξει τη «δέουσα επιμέλεια» ζητώντας εγκαίρως στοιχεία τόσο από τις ελληνικές όσο και από τις ξένες τράπεζες. Με απλά λόγια, αν η ΑΑΔΕ δεν αναζητήσει τα δεδομένα έγκαιρα, δεν μπορεί να παρατείνει τον χρόνο παραγραφής σε δεκαετία.
Η απόφαση του ΣτΕ τονίζει ότι η αρχή της ασφάλειας δικαίου υπερισχύει και πως η παραγραφή δεν μπορεί να εξαρτάται από τις καθυστερήσεις ή παραλείψεις της διοίκησης. Επομένως, οι έλεγχοι για αδήλωτα εμβάσματα και καταθέσεις του εξωτερικού είναι έγκυροι μόνο όταν οι σχετικές ενέργειες της φορολογικής αρχής γίνονται μέσα στα νόμιμα χρονικά όρια.
Το ανώτατο δικαστήριο, επιπλέον, διέταξε την επιστροφή των ποσών που είχαν καταβληθεί αχρεωστήτως, μαζί με τους νόμιμους τόκους, δικαιώνοντας πλήρως τον φορολογούμενο.
Η απόφαση αυτή αναμένεται να επηρεάσει δεκάδες παρόμοιες υποθέσεις, καθώς θέτει σαφές πλαίσιο για τον χρόνο και τη διαδικασία με την οποία η ΑΑΔΕ μπορεί να ζητήσει φορολογικά στοιχεία από το εξωτερικό, ενισχύοντας ταυτόχρονα την προβλεψιμότητα και τη νομική ασφάλεια για τους πολίτες.