Η κλιμάκωση της έντασης στη Μέση Ανατολή δημιουργεί αυξημένες πιέσεις για τις ελληνικές και κυπριακές τράπεζες, σύμφωνα με ανάλυση της Morningstar DBRS. Όπως επισημαίνεται, οι επιπτώσεις προκύπτουν κυρίως μέσω του τουρισμού, της ναυτιλίας και της ανόδου του ενεργειακού κόστους, το οποίο επηρεάζει συνολικά τη λειτουργία των οικονομιών των δύο χωρών.
Παρά το γεγονός ότι τα τραπεζικά συστήματα σε Ελλάδα και Κύπρο εμφανίζουν σήμερα ισχυρή κερδοφορία και επαρκή κεφαλαιακά αποθέματα, μια παρατεταμένη γεωπολιτική κρίση ενδέχεται να επηρεάσει αρνητικά την πιστωτική τους ποιότητα. Η ανάλυση τονίζει ότι οι δύο οικονομίες είναι πιο ευάλωτες σε σύγκριση με άλλες ευρωπαϊκές, καθώς εξαρτώνται σε μεγαλύτερο βαθμό από τον τουρισμό και τη ναυτιλία.
Οι εξελίξεις στη Μέση Ανατολή, όπως το ενδεχόμενο κλείσιμο του Στενού του Ορμούζ και οι αεροπορικές αναταράξεις, αυξάνουν το κόστος μεταφορών και δημιουργούν πιέσεις στις εμπορευματικές ροές και τις τουριστικές αφίξεις. Η Κύπρος εμφανίζεται πιο εκτεθειμένη λόγω της γεωγραφικής της εγγύτητας στην περιοχή της έντασης.
Η DBRS διαπιστώνει ότι οι επιπτώσεις στις τράπεζες είναι ασύμμετρες. Οι ελληνικές τράπεζες έχουν μεγαλύτερη έκθεση στη ναυτιλία, η οποία όμως αφορά κυρίως διεθνοποιημένη και εξασφαλισμένη χρηματοδότηση, κάτι που προσφέρει σχετική ανθεκτικότητα σε βραχυπρόθεσμο ορίζοντα. Αντίθετα, οι κυπριακές τράπεζες έχουν υψηλότερη συγκέντρωση δανείων στον τουρισμό, γεγονός που τις καθιστά πιο ευάλωτες σε πιθανή μείωση των αφίξεων, της κατανάλωσης και των τιμών ακινήτων.
Τα στοιχεία δείχνουν ότι τα δάνεια προς μεταφορές και αποθήκευση αντιστοιχούν σε σημαντικά υψηλότερα ποσοστά σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, ενώ το ίδιο ισχύει και για τα δάνεια σε καταλύματα και εστίαση, ιδιαίτερα στην Κύπρο. Παρά την αυξημένη έκθεση, η ποιότητα ενεργητικού έχει βελτιωθεί αισθητά τα τελευταία χρόνια, με τα μη εξυπηρετούμενα ανοίγματα να παραμένουν σε πολύ χαμηλά επίπεδα.
Ωστόσο, η DBRS προειδοποιεί ότι αν η κρίση παραταθεί, οι πιστωτικοί κίνδυνοι θα αυξηθούν. Οι ελληνικές τράπεζες φαίνεται να διαθέτουν μεγαλύτερα περιθώρια ανθεκτικότητας λόγω της φύσης της χρηματοδότησης στη ναυτιλία, ενώ οι κυπριακές ενδέχεται να επηρεαστούν πιο άμεσα.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στον τουρισμό, καθώς οι ακυρώσεις πτήσεων, οι αλλαγές στις διαδρομές και το αυξημένο κόστος καυσίμων μπορούν να περιορίσουν τη ζήτηση για ταξίδια. Η Κύπρος αντιμετωπίζει μεγαλύτερο κίνδυνο, καθώς εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από τουρίστες από το Ισραήλ, ενώ η Ελλάδα εμφανίζει μεγαλύτερη διαφοροποίηση ως προς τις αγορές προέλευσης των επισκεπτών.
Οι επιπτώσεις αποτυπώνονται ήδη και στις μακροοικονομικές προβλέψεις, με την ανάπτυξη να αναθεωρείται προς τα κάτω και στις δύο χώρες. Την ίδια στιγμή, στον τομέα της ναυτιλίας, οι αναδρομολογήσεις πλοίων, τα αυξημένα ασφάλιστρα και το υψηλότερο κόστος καυσίμων δημιουργούν πρόσθετες πιέσεις, παρά το γεγονός ότι οι ναύλοι ενισχύονται βραχυπρόθεσμα.
Σημαντικές είναι και οι επιπτώσεις στα λιμάνια της Ανατολικής Μεσογείου, με τον Πειραιά να καταγράφει μείωση στη διακίνηση φορτίων και τη Λεμεσό να εμφανίζει αντίστοιχες απώλειες, παρά τις επενδύσεις που έχουν πραγματοποιηθεί.
Συνολικά, η ανάλυση καταλήγει ότι η πορεία των τραπεζικών συστημάτων σε Ελλάδα και Κύπρο θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από τη διάρκεια και την ένταση της κρίσης στη Μέση Ανατολή, με τις ελληνικές τράπεζες να εμφανίζουν μεγαλύτερη βραχυπρόθεσμη ανθεκτικότητα και τις κυπριακές να είναι πιο ευάλωτες σε άμεσες επιπτώσεις.