Η Ελλάδα κατέγραψε την πιο εντυπωσιακή αύξηση στην απασχόληση μεταξύ όλων των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης την τελευταία πενταετία, σύμφωνα με τα πρόσφατα στοιχεία της Eurostat. Το ποσοστό των εργαζομένων και αυτοαπασχολούμενων στη χώρα άγγιξε το 69,3% το 2024, έναντι 60,8% το 2019, σημειώνοντας άνοδο 8,5 ποσοστιαίων μονάδων.
Πρόκειται για το υψηλότερο ποσοστό απασχόλησης στην Ελλάδα από το 2009, όταν η Ευρωπαϊκή Στατιστική Αρχή ξεκίνησε την καταγραφή των σχετικών δεδομένων. Η αύξηση αυτή είναι σχεδόν τριπλάσια από τον μέσο όρο της ΕΕ, ο οποίος διαμορφώθηκε στις +3,1 μονάδες.
Παρά τη σημαντική πρόοδο, η Ελλάδα εξακολουθεί να βρίσκεται στις τελευταίες θέσεις της Ευρώπης όσον αφορά την απασχόληση. Συγκεκριμένα, καταλαμβάνει την προτελευταία θέση μεταξύ των 27 κρατών μελών, μπροστά μόνο από την Ιταλία (67,1%). Πρώτες στη λίστα βρίσκονται οι Κάτω Χώρες με 83,5%, η Μάλτα με 83% και η Τσεχία με 82,3%.
Παράλληλα, ενθαρρυντικά είναι και τα στοιχεία για την ανεργία, η οποία μειώθηκε στο 8,6% τον Φεβρουάριο του 2025 από 11,5% τον αντίστοιχο μήνα του προηγούμενου έτους. Ο αριθμός των ανέργων διαμορφώθηκε στους 404.581, σημειώνοντας μείωση κατά 144.210 άτομα σε ετήσια βάση (26,3%).
Η απόσταση που χωρίζει την Ελλάδα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο στην απασχόληση μειώνεται σταδιακά. Το 2019 το χάσμα ήταν 12 ποσοστιαίες μονάδες, ενώ το 2024 έχει υποχωρήσει στις 6,5 μονάδες. Το γεγονός αυτό αποτυπώνει τη συνεχιζόμενη – αν και αργή – σύγκλιση της ελληνικής αγοράς εργασίας με εκείνη των πιο ανεπτυγμένων ευρωπαϊκών οικονομιών.
Η ενίσχυση της απασχόλησης δείχνει ότι η ελληνική οικονομία σταδιακά ανακάμπτει και δημιουργεί ευκαιρίες, παρά τις χρόνιες προκλήσεις και την επιφυλακτικότητα των επενδυτών. Ωστόσο, για να πλησιάσει τα επίπεδα των πιο ανεπτυγμένων ευρωπαϊκών κρατών, απαιτείται διαρκής μεταρρυθμιστική προσπάθεια και ενεργητικές πολιτικές ενίσχυσης της απασχόλησης.