Η ελληνική χρηματιστηριακή αγορά εισέρχεται σε μία από τις πιο κρίσιμες περιόδους των τελευταίων ετών, καθώς η συνεδρίαση της 18ης Σεπτεμβρίου αναμένεται να αποτελέσει σημείο καμπής για το Χρηματιστήριο Αθηνών. Η αναβάθμιση της ελληνικής αγοράς σε καθεστώς ανεπτυγμένης αγοράς και οι αλλαγές στους διεθνείς δείκτες δημιουργούν τις προϋποθέσεις για μια συνεδρίαση με ιδιαίτερα αυξημένο ενδιαφέρον, υψηλό τζίρο και έντονη μεταβλητότητα.
Η συγκεκριμένη ημερομηνία δεν αφορά απλώς μία ακόμη αναδιάρθρωση δεικτών. Οι αλλαγές που συνδέονται με τους STOXX και FTSE Russell, σε συνδυασμό με την αναμενόμενη προσαρμογή στους δείκτες της S&P DJI, δημιουργούν ένα περιβάλλον τριπλού rebalancing. Πρόκειται για μια εξέλιξη που μπορεί να προκαλέσει σημαντικές παθητικές εισροές και εκροές κεφαλαίων, αυξάνοντας θεαματικά τη συναλλακτική δραστηριότητα.
Ωστόσο, το μεγάλο ερώτημα δεν είναι μόνο τι θα συμβεί την ημέρα της αναδιάρθρωσης. Η πραγματική δοκιμασία για την αγορά θα ξεκινήσει αμέσως μετά.
Οι ημέρες που θα δείξουν αν υπάρχει «νέο χρήμα»
Η αυξημένη κινητικότητα των τελευταίων συνεδριάσεων δείχνει ότι μέρος της αγοράς έχει ήδη αρχίσει να προεξοφλεί τις αλλαγές. Οι υψηλότεροι όγκοι συναλλαγών και η έντονη δραστηριότητα σε πακέτα αποτελούν ενδείξεις ότι οι επενδυτές προετοιμάζονται για τις μεγάλες κινήσεις που θα προκαλέσει η αναδιάρθρωση.
Το κρίσιμο στοιχείο, όμως, θα είναι η συμπεριφορά της αγοράς μετά την ολοκλήρωση των υποχρεωτικών συναλλαγών των passive funds.
Εάν οι μετοχές που θα δεχθούν τις μεγαλύτερες εισροές εμφανίσουν μια περιορισμένη διόρθωση στις πρώτες συνεδριάσεις μετά το rebalancing, αυτό δεν θα πρέπει απαραίτητα να θεωρηθεί αρνητική εξέλιξη. Μια ελεγχόμενη υποχώρηση, με χαμηλούς ή σταθερούς όγκους και με τις τιμές να διατηρούν σημαντικά τεχνικά επίπεδα, θα μπορούσε να αποτελέσει φυσιολογική διαδικασία κατοχύρωσης κερδών και απορρόφησης της προσφοράς.
Σε αυτή την περίπτωση, η διόρθωση ενδέχεται να δημιουργήσει νέες επενδυτικές ευκαιρίες για όσους παρέμειναν εκτός αγοράς και αναζητούν καλύτερα επίπεδα εισόδου.
Το αρνητικό σενάριο θα ήταν διαφορετικό: οι εισροές να ολοκληρωθούν, οι νέοι αγοραστές να μην εμφανιστούν και η αγορά να συνεχίσει την πτωτική της πορεία με αυξανόμενους όγκους συναλλαγών. Μια τέτοια εξέλιξη θα έδειχνε ότι η πρόσφατη άνοδος στηρίχθηκε κυρίως στις προσδοκίες για την αναβάθμιση και λιγότερο σε μια ουσιαστική διεύρυνση της επενδυτικής βάσης.
Τα κρίσιμα επίπεδα του Γενικού Δείκτη
Από τεχνικής πλευράς, η περιοχή μεταξύ των 2.670 και 2.720 μονάδων αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Ένα πιθανό σενάριο είναι η αγορά να κινηθεί μέσα σε αυτό το εύρος μέχρι την ολοκλήρωση της αναδιάρθρωσης και στη συνέχεια να περάσει μια περίοδο αυξημένης μεταβλητότητας.
Εφόσον η προσφορά απορροφηθεί ομαλά και ο Γενικός Δείκτης καταφέρει να διασπάσει με επιβεβαιωμένο τρόπο την περιοχή των 2.720 μονάδων, τότε μπορεί να ανοίξει ο δρόμος για υψηλότερα επίπεδα, με τις 2.800 μονάδες να αποτελούν έναν από τους επόμενους στόχους της αγοράς.
Η έννοια της επιβεβαιωμένης διάσπασης είναι, ωστόσο, καθοριστική. Μια προσωρινή ή ενδοσυνεδριακή κίνηση πάνω από ένα σημαντικό τεχνικό επίπεδο δεν αρκεί από μόνη της για να σηματοδοτήσει την έναρξη ενός νέου ανοδικού κύκλου.
Αντίστοιχα, μια προσωρινή υποχώρηση κάτω από τις 2.670 μονάδες δεν θα πρέπει αυτομάτως να εκληφθεί ως αλλαγή της ευρύτερης τάσης. Σε περιόδους τόσο μεγάλων αναδιαρθρώσεων, οι αυξημένες ροές κεφαλαίων μπορούν να προκαλέσουν κινήσεις που δεν αντικατοπτρίζουν απαραίτητα τη θεμελιώδη εικόνα της αγοράς.
Ο κίνδυνος του «buy the rumour, sell the news»
Το πιο δύσκολο σενάριο για τους επενδυτές θα ήταν η αγορά να διατηρηθεί σε υψηλά επίπεδα μέχρι την 18η Σεπτεμβρίου, να καταγράψει εντυπωσιακό τζίρο την ημέρα του rebalancing και στη συνέχεια να χάσει τη στήριξη των νέων αγοραστών.
Σε ένα τέτοιο περιβάλλον θα μπορούσε να ενεργοποιηθεί το γνωστό χρηματιστηριακό φαινόμενο «buy the rumour, sell the news». Οι επενδυτές που είχαν τοποθετηθεί νωρίτερα, προσδοκώντας την αναβάθμιση και τις εισροές των διεθνών κεφαλαίων, ενδέχεται να επιλέξουν την κατοχύρωση κερδών μετά την ολοκλήρωση του γεγονότος.
Παράλληλα, τα passive funds θα έχουν ήδη πραγματοποιήσει τις υποχρεωτικές κινήσεις τους, γεγονός που σημαίνει ότι η αγορά θα χρειαστεί μια νέα πηγή ζήτησης για να διατηρήσει την ανοδική της δυναμική.
Για τον λόγο αυτό, οι συνεδριάσεις αμέσως μετά την 18η Σεπτεμβρίου μπορεί να αποδειχθούν σημαντικότερες από την ίδια τη συνεδρίαση της αναδιάρθρωσης.
Η αναβάθμιση δεν αρκεί από μόνη της
Η μετάβαση της ελληνικής αγοράς σε καθεστώς ανεπτυγμένης αγοράς αποτελεί αναμφίβολα μια σημαντική θεσμική και επενδυτική εξέλιξη. Παράλληλα, δημιουργεί την προσδοκία για μεγαλύτερη συμμετοχή διεθνών κεφαλαίων και ευρύτερη επενδυτική βάση.
Όμως οι αναδιαρθρώσεις των δεικτών έχουν ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό: μπορούν προσωρινά να επισκιάσουν τα θεμελιώδη δεδομένα.
Οι μεγάλες παθητικές εισροές και εκροές είναι δυνατόν να αλλοιώσουν την εικόνα της πραγματικής προσφοράς και ζήτησης, προκαλώντας απότομες κινήσεις σε μεμονωμένες μετοχές. Αυτό σημαίνει ότι ο υψηλός τζίρος της 18ης Σεπτεμβρίου δεν θα αποτελέσει από μόνος του απόδειξη για τη μελλοντική κατεύθυνση της αγοράς.
Η ουσιαστική απάντηση θα δοθεί όταν ολοκληρωθούν οι αναγκαστικές συναλλαγές και η αγορά επιστρέψει σε πιο φυσιολογικούς ρυθμούς.
Τότε θα φανεί εάν η πρόσφατη υπεραπόδοση των ελληνικών μετοχών στηρίζεται αποκλειστικά στις προσδοκώμενες εισροές ή εάν διαθέτει βαθύτερα θεμέλια, συνδεδεμένα με την κερδοφορία των εισηγμένων εταιρειών, τη μακροοικονομική εικόνα και τις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας.
Η πραγματική απάντηση θα έρθει μετά την αναδιάρθρωση
Η εικόνα της αγοράς πριν από τη μεγάλη ημερομηνία δεν είναι απαραίτητα ανησυχητική. Η παραμονή του Γενικού Δείκτη σε ένα σχετικά στενό εύρος, παρά τις διεθνείς πιέσεις και την ένταση των γεγονότων που βρίσκονται μπροστά, μπορεί να υποδηλώνει μια περίοδο αναμονής και σταδιακής απορρόφησης των διαθέσιμων θέσεων.
Η 18η Σεπτεμβρίου θα αποτελέσει ασφαλώς μια ιστορική συνεδρίαση για την ελληνική χρηματιστηριακή αγορά. Ο τζίρος πιθανότατα θα αυξηθεί σημαντικά και η μεταβλητότητα θα βρεθεί στο επίκεντρο.
Όμως το πραγματικό στοίχημα δεν θα κριθεί εκείνη την ημέρα.
Θα κριθεί από το αν, μετά την ολοκλήρωση των passive flows και των αναδιαρθρώσεων, θα εμφανιστούν νέοι αγοραστές πρόθυμοι να στηρίξουν την αγορά σε υψηλότερα επίπεδα. Θα κριθεί από το αν οι πιθανές διορθώσεις θα απορροφηθούν ομαλά ή θα εξελιχθούν σε έντονη πίεση. Και, τελικά, θα κριθεί από το αν η αναβάθμιση αποτελεί την αρχή ενός νέου κύκλου για το ελληνικό χρηματιστήριο ή την ολοκλήρωση μιας κίνησης που είχε ήδη προεξοφληθεί.
Οι επόμενες ημέρες, επομένως, δεν θα είναι απλώς μια δοκιμασία για τον Γενικό Δείκτη. Θα αποτελέσουν ένα σημαντικό τεστ για το βάθος, τη δυναμική και τη νέα επενδυτική ταυτότητα της ελληνικής κεφαλαιαγοράς.