Οι ελληνικές τράπεζες συνεχίζουν να βελτιώνουν την εικόνα τους ως προς τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια, παρουσιάζοντας παράλληλα υψηλή κερδοφορία και ισχυρή κεφαλαιακή επάρκεια. Ωστόσο, η χορήγηση νέων δανείων παραμένει σε χαμηλά επίπεδα, δημιουργώντας μια αντίφαση που ανησυχεί τόσο την αγορά όσο και τους ευρωπαϊκούς θεσμούς.
Σύμφωνα με τα πιο πρόσφατα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας για το πρώτο εξάμηνο του 2025, το ποσοστό των κόκκινων δανείων στην Ελλάδα υποχώρησε στο 2,73%, από 2,90% στο πρώτο τρίμηνο. Παρά την πρόοδο, το ποσοστό αυτό παραμένει αισθητά πάνω από τον μέσο όρο των τραπεζών της Ευρωζώνης, ο οποίος βρίσκεται στο 1,90%.
Την ίδια στιγμή, η αποδοτικότητα των ελληνικών τραπεζών ξεχωρίζει θετικά. Η απόδοση επί των ιδίων κεφαλαίων (ROE) έφτασε το 13,2% στο τέλος του δεύτερου τριμήνου, υπερβαίνοντας τον ευρωπαϊκό μέσο όρο του 10,11%. Τα υψηλά επίπεδα κερδοφορίας συνδυάζονται και με ενισχυμένους δείκτες κεφαλαιακής επάρκειας. Ο δείκτης CET1 των τεσσάρων συστημικών τραπεζών διαμορφώθηκε στο 16,09%, έναντι 15,88% το πρώτο τρίμηνο, ευθυγραμμισμένος σχεδόν με το 16,12% των ευρωπαϊκών τραπεζών.
Παρά τα θετικά μεγέθη, το μεγάλο «αγκάθι» παραμένει οι χορηγήσεις. Ο δείκτης δανείων προς καταθέσεις στην Ελλάδα βρίσκεται στο 62,37%, όταν ο αντίστοιχος μέσος όρος της Ευρωζώνης ξεπερνά το 102%. Το χάσμα αυτό υποδηλώνει ότι οι ελληνικές τράπεζες, παρότι διαθέτουν κεφάλαια και κερδοφορία, διστάζουν να προχωρήσουν σε νέα δανειοδότηση, κάτι που περιορίζει την ανάπτυξη και τη ρευστότητα στην πραγματική οικονομία.
Η ΕΚΤ αναγνωρίζει μεν τη σημαντική πρόοδο στον περιορισμό των μη εξυπηρετούμενων δανείων, αλλά τονίζει την ανάγκη ενίσχυσης των χορηγήσεων, ώστε το τραπεζικό σύστημα να λειτουργήσει ουσιαστικά ως μοχλός ανάπτυξης. Για τις επιχειρήσεις, ειδικά τις μικρομεσαίες, η πρόσβαση σε χρηματοδότηση παραμένει κρίσιμο ζητούμενο – και εκεί είναι που η ελληνική τραπεζική αγορά εξακολουθεί να υστερεί.